Οι περισσότεροι γιατροί μπορούν, από την καθημερινή τους εμπειρία, να επιβεβαιώσουν ότι τόσο η εξέλιξη μιας θανατηφόρου ασθένειας όσο και η θετική ή η αρνητική ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπευτική αγωγή που του προτείνουν, δεν εξαρτώνται μόνο από την έγκαιρη διάγνωση και τη σωστή επιλογή θεραπείας, αλλά και από την ψυχολογική ιδιοσυγκρασία του ασθενούς. ασθένειας, εκτός από τα «αντικειμενικά» παθολογικά αίτια, παίζουν σημαντικότατο ρόλο και κάποιοι υποκειμενικοί «ανθυγιεινοί» παράγοντες;
Στο πλαίσιο, ωστόσο, της μηχανιστικής και στατιστικής προσέγγισης των παθήσεων που κυριαρχεί στη σημερινή Ιατρική, αυτή η ψυχο-βιολογική αλληλεξάρτηση αποτελεί ένα ενοχλητικό αίνιγμα: πώς η «άυλη» ψυχική στάση ή η προδιάθεση ενός ασθενούς μπορεί να επηρεάζει την «υλικότατη» σωματική του υγεία και την πορεία της θεραπείας του;
Πολλοί από εμάς θα έχουν πιθανώς ακούσει, ή διαπιστώσει από προσωπική εμπειρία, ότι οι ασθενείς που αυτοπεριγράφονται ως «αισιόδοξοι» και υιοθετούν μια μαχητική στάση απέναντι στην ασθένειά τους, κινδυνεύουν λιγότερο να πεθάνουν όταν πληγούν από μια θανατηφόρο ασθένεια απ’ ό,τι οι πιο «απαισιόδοξοι» και ψυχικά αδύναμοι ασθενείς, που υποφέρουν από την ίδια ακριβώς ασθένεια. Η κατανόηση αυτού του φαινομενικά «παράλογου» γεγονότος απασχολεί την ιατρική επιστήμη από πολύ παλιά και -δυστυχώς- ακόμη δεν έχει βρεθεί μια ικανοποιητική εξήγηση.
Αν δεχτούμε ότι ισχύει κάτι τέτοιο, ισχύει άραγε και το αντίστροφο; Υπάρχουν δηλαδή ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά που διευκολύνουν την εμφάνιση ή επιταχύνουν την ανάπτυξη μιας θανατηφόρου ασθένειας, όπως π.χ. ο καρκίνος; Με άλλα λόγια, μεταξύ των ασθενών υπάρχουν αρκετές «ανθυγιεινές προσωπικότητες», οι οποίες έχουν την προδιάθεση να αρρωσταίνουν βαριά και να αντιμετωπίζουν ανεπαρκώς ή παθητικά τη σοβαρή ασθένεια που τους απειλεί;
Πάντως, το βέβαιο είναι ότι η πλειονότητα των ειδικών σήμερα έχουν πειστεί ότι η ψυχική διάθεση και η στάση των ασθενών επηρεάζει τουλάχιστον τη λειτουργία του ανοσοποιητικού τους συστήματος και μέσω αυτού τη θετική ή αρνητική εξέλιξη της ασθένειας!
Σε σύγκριση με τα άτομα που ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξα και ανικανοποίητα από τη ζωή τους, οι πιο αισιόδοξοι και με μεγαλύτερη θέληση για ζωή παρουσίαζαν μια πιθανότητα να αποβιώσουν κάτω από το 55% (που έπεφτε στο 23% σε όσους υπέφεραν μόνο από καρδιαγγειακές παθήσεις!). Οι ερευνητές διαπίστωσαν μάλιστα ότι η «αυτοπροστατευτική δράση» της αισιοδοξίας εκδηλώνεται εντονότερα στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Αν κάποιο συμπέρασμα προκύπτει από όλα αυτά, αυτό είναι ότι η απαισιόδοξη και αρνητική στάση απέναντι στη ζωή επιταχύνει την έλευση του θανάτου· η μόνη αποτελεσματική μας αντίδραση στο αναπόδραστο του θανάτου είναι η απαραμείωτη -και φαινομενικά παράλογη- θέληση για ζωή.
Πηγή: απόσπασμα από το κείμενο του Σπύρου Μανουσέλη – Ελευθεροτυπία

